σαιζόν

και σεζόν, η, Ν
εποχή τού έτους, ιδίως αυτή κατά την οποία συμβαίνει κάτι χαρακτηριστικό (α. «θερινή σαιζόν» β. «τουριστική σαιζόν»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. saison (< λατ. satio, -onis «σπορά»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαιζόν — η βλ. σεζόν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ντεμί σαιζόν — άκλ. 1. η εποχή τού χρόνου μεταξύ τού χειμώνα και τού καλοκαιριού ή μεταξύ τού καλοκαιριού και τού χειμώνα, δηλ. η άνοιξη και το φθινόπωρο, αντίστοιχα 2. ως επίθ. (για ενδύματα) κατάλληλος για την άνοιξη και το φθινόπωρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. demi …   Dictionary of Greek

  • σεζόν — η, Ν βλ. σαιζόν …   Dictionary of Greek

  • Καλούδης, Γεώργιος — (Σμύρνη 1889 – Αθήνα 1959). Λόγιος γιατρός. Σπούδασε στο ελληνογαλλικό λύκειο Χ. Αρώνη (1917) της Σμύρνης. Διπλωματούχος της οδοντιατρικής των πανεπιστημίων του Βερολίνου και της Αθήνας, εγκαταστάθηκε από το 1920 στην Αθήνα, όπου και άσκησε το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.